παιγνιημων


παιγνιημων
    παιγνιήμων
    2, gen. ονος любящий забавы Her.

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παιγνιημων" в других словарях:

  • παιγνιήμων — και παιγνήμων, ον (ΑΜ) αυτός που αρέσκεται στους αστεϊσμούς, φιλοπαίγμων*. επίρρ... παιγνιημόνως ή παιγνημόνως (Μ) με παιγνιώδη τρόπο, με αστεϊσμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < παιγνία + επίθημα μων, κατά τα επίθ. σε (η)μων που έχουν παραχθεί από ρήματα (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • παιγνιήμων — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιγνιῆμον — παιγνιήμων masc/fem voc sg παιγνιήμων neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιγνιήμονα — παιγνιήμων neut nom/voc/acc pl παιγνιήμων masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιγνιημονέστατος — παιγνιήμων masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιγνιήμονας — παιγνιήμων masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιγνήμων — παιγνήμων, ον (ΑΜ) βλ. παιγνιήμων …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.